Πριν από την εμφιάλωσή του, το ουίσκι αραιώνεται με την προσθήκη νερού, ώστε να έχει περιεκτικότητα αλκοόλ περίπου 40% κατ' όγκο.  Η προσθήκη αυτή αλλάζει σημαντικά τη γεύση του.

Ορισμένοι φανατικοί φίλοι του ουίσκι συχνά το αραιώνουν κι άλλο στο ποτήρι πριν το πιούν, προσθέτοντας λίγες σταγόνες νερού, υποστηρίζοντας ότι έτσι αποκτά ακόμη πιο ωραία γεύση - κάτι που αποτελούσε ανέκαθεν πηγή αμφισβητήσεων.

Αρκετοί πότες αρνούνται να παραδεχθούν ότι το νερωμένο ουίσκι είναι πιο γευστικό. Τώρα όμως μάλλον επιβεβαιώνεται και με επιστημονική έρευνα ότι έχουν άδικο.

Η γεύση του ουίσκι καθορίζεται κυρίως από ορισμένα μόρια που έχουν τόσο υδρόφοβες όσο και υδρόφιλες ιδιότητες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον χημικό Μπιορν Κάρλσον του Πανεπιστημίου Λινναίος της Σουηδίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Scientific Reports», μελέτησαν με τη βοήθεια προσομοιώσεων σε υπολογιστή με ποιο τρόπο τα μόρια του ουίσκι αντιδρούν με το νερό.

Οι χημικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι λίγο ακόμη «νέρωμα» του ουίσκι, πέρα από αυτό που έχει γίνει κατά την εμφιάλωσή του, βελτιώνει τη γεύση του.

Η προσθήκη νερού -σε σημείο που η περιεκτικότητα του ουίσκι να πέφτει στο 25% έως 27%- φαίνεται πως διευκολύνει τη συγκέντρωση στην επιφάνεια του ποτού των γευστικών ουσιών που βοηθούν το ουίσκι να απελευθερώνει ένα πλούσιο μίγμα αρωμάτων.

Άλλωστε, η βρετανική λέξη «ουίσκι» (whiskey) προέρχεται από την κελτική γαλλική λέξη «uisge» που σημαίνει «νερό».

To ουίσκι παράγεται συνήθως από τη ζύμωση κριθαριού ή σίκαλης, ενώ στις ΗΠΑ το «μπέρμπον» περιέχει τουλάχιστον 51% καλαμπόκι.

Και όπως έλεγε ο Μαρκ Τουέιν, «το πάρα πολύ από οποιοδήποτε πράγμα, είναι κακό, αλλά το πάρα πολύ καλό ουίσκι είναι σπάνια αρκετό».

Πάντως άλλοι επιστήμονες -που μάλλον ανέκαθεν σιχαίνονταν το νερωμένο ουίσκι- εμφανίσθηκαν επιφυλακτικοί για τα συμπεράσματα της νέας μελέτης, ωσότου γίνει ένα νέο τεστ γευσιγνωσίας με νερωμένα ουίσκι σε διάφορες αναλογίες.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ