Ένας νέος άνθρωπος, μόλις 43 ετών με ένα μικρό παιδί ενός έτους, πεθαίνει ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς. Ένα παλικάρι που είχε την… τύχη ή την ατυχία να είναι δημοσιογράφος και μάλιστα της τηλεόρασης.

Είχε την ατυχία να είναι στον Σκάι, να εκτίθεται καθημερινά, να τον ξέρουν όλοι, να τον συμπαθούν, να τον αντιπαθούν, να συμφωνούν μαζί του ή να τον βρίζουν. Αλλά πάντα εν ζωή, ώστε να έχει κι αυτός τη δυνατότητα να απαντήσει, να αντιδράσει, να αντιπαλέψει τα επιχειρήματα των «άλλων», των συνανθρώπων του.

Ο Βασίλης Μπεσκένης ήταν δημοσιογράφος, με συγκεκριμένη πορεία, με πιστεύω, με θέσεις τις οποίες κατέθετε στην κάμερα, χωρίς κουκούλες και κυρίως χωρίς την ανωνυμία που δίνει το διαδίκτυο κάθε φορά που κάποιος γράφει ανοησίες, βρομιές, προστυχιές.

Όταν, όμως, πεθαίνει κάποιος και μάλιστα τόσο νέος ποιοι μπορεί να είναι τόσο σκατόψυχοι ώστε να χαίρονται με το θάνατό του; Ποιοι μπορεί να είναι τόσο άθλιοι, τόσο απάνθρωποι που γράφουν χωρίς να ξέρουν για το νεκρό απλά και μόνο γιατί διαφωνούν μαζί του όταν αυτός ζούσε;

Αυτό που έγινε από κάποιους άθλιους με τον Βασίλη Μπεσκένη έχει ξανασυμβεί και με άλλους νεκρούς, δημοσιογράφους κατά κύριο λόγο. Αυτή η σκατοψυχιά μερίδας των νεοελλήνων που κορυφώθηκε στα χρόνια των μνημονίων. Αυτή η ξεφτίλα που δίχασε και συνεχίζει να διχάζει την ελληνική κοινωνία. Ο δημοσιογράφος που είναι μνημονιακός, που είναι όργανο των δανειστών, που συνέβαλε στην καταστροφή της χώρας και άλλα τέτοια. Στοχοποιούν ανθρώπους, οικογένειες, επιχειρήσεις, επειδή δεν έχουν τις ίδιες απόψεις. Και ποιοι είναι όλοι αυτοί που από την ανωνυμία του διαδικτύου θέλουν να διαμορφώσουν άποψη; Γιατί δεν έχουν τα άντερα να βγουν και να πουν ποιοι είναι, τι έχουν κάνει στη ζωή τους, αν έχουν δικαίωμα να βεβηλώνουν, να αμαυρώνουν το όνομα ενός νεκρού;

Είναι οι κουκουλοφόροι των socialmedia, οι ίδιοι που βάζουν τις κουκούλες και κάνουν κάθε βράδυ επανάσταση κρυμμένοι στο σκοτάδι. Είναι οι ίδιοι που δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να γλείψουν κατουρημένες ποδιές ή που όπως λέει και ο λαός «κάθε μέρα τρώνε αγγούρι και το Σάββατο το παίζουν μούρη».

Κακοί άνθρωποι, άκαρδοι, απάτριδες που δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό όταν πρέπει να πουν σε κάποιον ότι είναι «γερμανοτσολιάς, προδότης, μνημονιακός». Και την ίδια στιγμή οι ίδιοι είναι τα χειρότερα κατακάθια της κοινωνίας.

Μπορεί να είναι λίγοι αλλά διαμορφώνουν δυστυχώς άποψη και τη διαχέουν στο διαδίκτυο. Λίγοι ήταν και οι αγανακτισμένοι των πλατειών, λίγοι κι αυτοί που δολοφόνησαν τα παιδιά στη Μαρφίν, λίγοι και εκείνοι που καίνε κάθε μέρα τα Εξάρχεια.

Λίγοι αλλά έχουν τη συμπαράσταση μεγάλης μερίδας του πολιτικού συστήματος που προέρχεται από την αριστερά και που θέλει διχασμένη, άβουλη, αδύναμη την ελληνική κοινωνία.

Απέναντι σ’ αυτούς πρέπει να αντιδράσουμε, εκτός κι αν θέλουμε η Ελλάδα μας, η πατρίδα μας να αφεθεί στα χέρια των σκατόψυχων.

Πηγή: Antinews.gr