Της Βίκης Νάκου *

Σήμερα 18 Αυγούστου 2017, συμπληρώνονται εκατό χρόνια, από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, που σημάδεψε την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός, που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Η πυρκαγιά μέσα σε 32 ώρες έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m2 και άφησε άστεγα πάνω από 70.000 άτομα. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, μαζί με τα αρχεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι απώλειες της πυρκαγιάς στον πληθυσμό της πόλης  ήταν ελάχιστες, με μοναδικούς νεκρούς Γάλλους στρατιώτες που παγιδεύτηκαν σε καπηλειό και κάηκαν ζωντανοί.

Το μέρος της πόλης που κάηκε ανοικοδομήθηκε με νέο οργανωμένο σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη. Υπάρχουν αρκετές εκδοχές για την αιτία της πυρκαγιάς.

 Η πυρκαγιά, όπως προέκυψε από την ανάκριση που διεξήγαγαν οι δικαστικές αρχές της Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε το Σάββατο 5 (18 Αυγούστου με το παλιό ημερολόγιο) 1917 περίπου στις 3 το μεσημέρι από ένα φτωχικό σπίτι προσφύγων στη διεύθυνση Ολυμπιάδος 3, στη συνοικία Μεβλανέ μεταξύ του κέντρου και της Άνω Πόλης. Προκλήθηκε από σπίθα της φωτιάς μιας κουζίνας, που έπεσε σε παρακείμενη αποθήκη με άχυρο. Η έλλειψη νερού και η αδιαφορία των γειτόνων δεν έκανε δυνατή την κατάσβεση της αρχικής πυρκαγιάς και σε σύντομο διάστημα, λόγω του ισχυρού ανέμου, η πυρκαγιά μεταδόθηκε στα γειτονικά σπίτια και άρχισε να εξαπλώνεται σε όλη τη Θεσσαλονίκη.

 Δεν υπήρχαν ικανές ποσότητες νερού για την κατάσβεση, αφού σημαντικό μέρος του δεσμευόταν από τις συμμαχικές δυνάμεις για την τροφοδοσία των στρατοπέδων στα προάστια της πόλης. Στην πόλη δεν υπήρχε οργανωμένη πυροσβεστική υπηρεσία, αλλά λίγες ιδιόκτητες πυροσβεστικές ομάδες ασφαλιστικών εταιρειών, τις περισσότερες φορές ανεκπαίδευτες και με πολύ παλιό ή καθόλου εξοπλισμό.

 Η μόνη ελπίδα για τη Θεσσαλονίκη ήταν η επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων. Το απόγευμα της πρώτης ημέρας της πυρκαγιάς, ένα γαλλικό τμήμα ανατίναξε με δυναμίτιδα τρία σπίτια δίπλα από το διοικητήριο με σκοπό να δημιουργήσει ζώνη ασφάλειας περιορίζοντας το ύψος και την ποσότητα της καύσιμης ύλης, αλλά δεν συνέχισε και αποχώρησε, αφήνοντας τη φωτιά να συνεχίσει τον δρόμο της. Το επόμενο πρωί δύο βρετανικές πυροσβεστικές αντλίες σταμάτησαν την πυρκαγιά κοντά στον Λευκό Πύργο. Το κτήριο του Τελωνείου σώθηκε από Γάλλους στρατιώτες.

 Παρ όλα αυτά, οι συμμαχικές δυνάμεις αρνήθηκαν να διακόψουν την υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους, ώστε να εξοικονομηθεί νερό για την πυρόσβεση. Ο στρατηγός Σαράϊγ, επικεφαλής των δυνάμεων της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη, επισκέφθηκε για λίγη ώρα την περιοχή του Διοικητηρίου το απόγευμα της πρώτης ημέρας, αλλά δεν επέστρεψε στον τόπο της πυρκαγιάς μέχρι την κατάσβεσή της. Ιδιαίτερα μάλιστα αναφέρεται από πηγές ότι η διαγωγή των Γάλλων στρατιωτών δεν ήταν η αναμενόμενη. Αντί να βοηθήσουν στην πυρόσβεση και την περίθαλψη των πυροπαθών, πολλοί προέβησαν σε λεηλασίες καταστημάτων και οικιών, πολλές φορές εμποδίζοντας τους ιδιοκτήτες να περισώσουν την περιουσία τους, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να την λεηλατήσουν. Τις επόμενες ημέρες ο στρατηγός Σαράϊγ διέταξε τον τουφεκισμό δύο στρατιωτών του, που συνελήφθησαν να πουλούν κλεμμένα κοσμήματα. Αντίθετα, οι Βρετανοί στρατιώτες βοήθησαν όσο μπορούσαν, ιδιαίτερα με τη μεταφορά περιουσιών και πυροπαθών με στρατιωτικά φορτηγά προς καταυλισμούς, για πρόσφυγες.

Η πυρκαγιά κατέστρεψε το 32% της συνολικής έκτασης της Θεσσαλονίκης, δηλαδή 1.000.000 τετρ. μέτρα.

Η περιοχή που κάηκε ήταν μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου, Λέοντος Σοφού, Νίκης, Εθνικής Αμύνης, Αλεξάνδρου Σβώλου, Εγνατία (από Αγίας Σοφίας), Αγίου Δημητρίου. Αυτή η περιοχή στα επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως "πυρίκαυστος ζώνη" και στις λαϊκές διηγήσεις τα "καμένα". Το ύψος των υλικών ζημιών υπολογίστηκε σε 8.000.000 χρυσές λίρες.

 Μεταξύ των κτηρίων που κάηκαν ήταν το Ταχυδρομείο, το Τηλεγραφείο, το Δημαρχείο, οι εταιρείες Ύδρευσης και Φωταερίου, η Οθωμανική Τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα, οι αποθήκες της Τράπεζας Αθηνών, ο ναός του Αγίου Δημητρίου και άλλοι δύο ορθόδοξοι ναοί, το Σαατλή Τζαμί και άλλα έντεκα τεμένη, η Αρχιραββινεία με όλο το αρχείο της και 16 από τις 33 συναγωγές. Καταστράφηκαν επίσης τα τυπογραφεία των περισσότερων εφημερίδων (η Θεσσαλονίκη είχε τον μεγαλύτερο αριθμό εκδιδόμενων εφημερίδων στην Ελλάδα), πολλές από τις οποίες δεν κατάφεραν να επανεκδοθούν. Επίσης καταστράφηκαν 4.096 από τα 7.695 καταστήματα αφήνοντας ανέργους το 70% των εργαζομένων.

 Λίγες μόνο ημέρες μετά την καταστροφή η κυβέρνηση Βενιζέλου ανήγγειλε ότι δεν θα επιτρεπόταν η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση της πόλης, αλλά μόνο στη βάση ενός νέου πολεοδομικού σχεδίου, σύμφωνα με τον Ν. 823/1917 που εκπόνησε ο υπουργός συγκοινωνιών Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Με απόφαση του Παπαναστασίου ιδρύθηκε "Διεθνής Επιτροπή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης" με πρόεδρο τον Ερνέστ Εμπράρ, για την εκπόνηση ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο παραδόθηκε στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας στις 29 Ιουνίου 1918. Το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε πλήρως και εξαιτίας της δυσκολίας εξεύρεσης επαρκών κονδυλίων, ακόμα και πιέσεων εκ μέρους μεγαλοϊδιοκτητών, υπέστη πολλές μεταβολές, αλλά παρόλα αυτά αποτέλεσε μεγάλη βελτίωση σε σχέση με την πρωτύτερη κατάσταση της πόλης, δίνοντάς της σύγχρονη ρυμοτομία και όψη.

 Ο "θάνατος" μιας πόλης, είχε συντελεστεί.

Ποτέ ξανά, η Θεσσαλονίκη δεν θ' αποκτούσε, την κοσμοπολίτικη πολυπολιτισμική εικόνα, που είχε και χάθηκε μαζί με  την πυρκαγιά.

Παρά, το γεγονός ό,τι, αν ακολουθούνταν το σχέδιο του Ερνέστου Εμπράρ η Θεσσαλονίκη, θα ήταν, από τις ομορφότερες πόλεις - πολεοδομικά - της Ευρώπης, δεν συνέβη αυτό.

Η μοιρολατρική αποδοχή, από τους Θεσσαλονικείς της καταστροφής της από την πυρκαγιά, όπως κατέγραψαν οι ρεπόρτερ της εποχής, δυστυχώς φθάνει ως τις μέρες μας, αφού και σήμερα σημαντικά θέματα, που αφορούν στην πόλη μένουν άλυτα και την αποδυναμώνουν στην σύγχρονη εκδοχή της, παρά τις δυνατότητες της, που απορρέουν από ένα λαμπρό ιστορικό παρελθόν, που όμοιό του δεν υπάρχει στην Ευρώπη: σε καμμιά πόλη, δεν συναντάς στις μέρες μας μνημεία, από το Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την Ρωμαϊκή Εποχή, την Βυζαντινή κληρονομιά και την Οθωμανική περίοδο.

Η Θεσσαλονίκη συμπυκνώνει τις διαδοχικές φάσεις μιας μεγάλης ιστορίας και την ταυτότητα πολλών εθνοτήτων, που έζησαν στο μετερίζι της.

Στα επόμενα χρόνια ίσως λάμψει ξανά η Πόλις μας, αν η μοιρολατρεία μας γίνει λατρεία για μια τέτοια πόλη, που το αξίζει.

Ας προσπαθήσουμε να μην ξαναζήσουμε κανέναν " θάνατό" της.

* Η Βασιλική ( Βίκη ) Νάκου είναι Ιστορικός - Πολιτισμιολόγος & δημοσιογράφος, μέλος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Δημοκρατίας "Κωνσταντίνος Καραμανλής".