Του Βασίλη Σαμπράκου

Η σύμπτωση στις γιορτές της Εθνικής Ομάδας Ποδοσφαίρου 2004 και της Εθνικής Ομάδας Μπάσκετ 1987, που έγιναν σε διάστημα περίπου μιας εβδομάδας με έφεραν για ακόμη μια φορά να αναπτύσσω τον συλλογισμό για το χθες, το σήμερα και το αύριο στη διοίκηση των αθλητικών ομοσπονδιών. Ακουσα, με χρονολογική σειρά, πρώτα τους 40+αρηδες της Euro 2004 Εθνικής να διαχωρίζουν πλήρως εαυτούς από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, να γιορτάζουν μόνοι, να λειτουργούν μόνοι, να ζουν στην συντριπτική πλειονότητά τους μακριά από την υψηλή κοινωνία που διοικεί το άθλημα και αποφασίζει για την τύχη του στην Ελλάδα και να μη χάνουν ευκαιρία να αναφερθούν σε αυτό, δηλαδή στο πόσο αβοήθητοι από την Ομοσπονδία έχουν μείνει σε όλη αυτή την προσπάθεια που κάνουν να αναπτύξουν φιλανθρωπική δράση μέσα από την διεξαγωγή αγώνων με ξένες ομάδες, σε μια εποχή που και οι ίδιοι ξέρουν ότι η ΕΠΟ υπολειτουργεί και διοικείται προσωρινά και προεκλογικά από FIFA & UEFA.

Κι ύστερα ήρθε αυτό το χθεσινό κατάντημα της οικογένειας του μπάσκετ να γιορτάζει περίπου στα μουγκά την 30ετία του Ευρωμπάσκετ '87, σε μια τελετή περιορισμένων τετραγωνικών, από την οποία απουσίαζαν ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Κι αυτή ήταν μόνο μια αφορμή για να σκεφτεί όλη η κοινωνία αυτών που μελετούν τη ζωή και το σήμερα του ελληνικού μπάσκετ ότι η Ομοσπονδία δεν έχει καν προσλάβει προπονητή για την Εθνική ομάδα εδώ και περίπου έναν χρόνο, και να επαναφέρει τη σκέψη σχετικά με την ανάγκη ανανέωσης στη διοίκηση.

Αντίστοιχες ιστορίες και αφορμές έχουν δοθεί και από άλλα ομαδικά και ατομικά αθλήματα. Αμέτρητες φορές έχουν πέσει στην αντίληψή μου αντίστοιχα επεισόδια από τη ζωή του πόλο και των άλλων αθλημάτων του νερού. Παρόμοιες ιστορίες, γενικώς, έχω ακούσει από όλα αθλήματα των οποίων οι ομοσπονδίες έχουν μείνει για χρόνια στα ίδια χέρια, σε περίεργα χέρια ή σε παλιά μυαλά.

Κάθε φορά που ακούω ή διαβάζω μια παρόμοια ιστορία ειδικά σχετικά με το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ πιάνω τον εαυτό μου να “θυμώνει” με τους μεγάλους πρώην αθλητές που δεν το αποφασίζουν, που δεν τολμούν να κινηθούν οργανωμένα και συντονισμένα για να σχηματίσουν μια πρόταση για την αλλαγή στη διοίκηση του αθλήματος που έχουν υπηρετήσει ως αθλητές. Φυσικά δεν ανακαλύπτω την Αμερική, ούτε λέω καμιά σοφία. Αναφέρομαι στην συνήθη πρακτική σε όλο τον πλανήτη, που είναι και μια από τις κύριες εξηγήσεις για τη διαφορά στο επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας στον αθλητισμό ανάμεσα σε εμάς και τους περισσότερους ξένους. Κάθε φορά που ψάχνω να δω ποιοι διοικούν το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ στην πλειονότητα των πολιτισμένων χωρών πέφτω πάνω σε πρώην αθλητές, μεγάλης ή μικρότερης εμβέλειας, οι οποίοι έχουν λάβει τη σχετική επιμόρφωση και κατάρτιση πάνω στο sports management και έχουν πλαισιωθεί από τεχνοκράτες με σύγχρονη αντίληψη.

Γιατί επιμένουμε να μένουμε τόσο πίσω; Κι αν δεν κάνουν αυτοί την επανάσταση, δηλαδή οι ποδοσφαιριστές του 2004 και οι μπασκετμπολίστες του '87 ή του 2005 & 2006, ποιος θα την κάνει; Κι αν δεν ξεκινήσει αυτό το ρεύμα της ανανέωσης στην διοίκηση του αθλητισμού μέσα από την επιστροφή ή την παράδοση της τύχης των αθλημάτων σε αυτούς που έχουν τόσο μεγάλες παραστάσεις, πώς και από ποιον να παρακινηθούν οι πολίστες, οι βολεϊμπολίστες, οι χαντμπολίστες, οι πρώην αθλητές όλων των αθλημάτων που σήμερα κρατούν τα οράματά τους μέσα τους και κάθονται μακριά να παρακολουθούν το αγαπημένο τους άθλημα να μαραζώνει στα χέρια παραγόντων που είτε έχουν κουραστεί, είτε έχουν διαβρωθεί και έχουν διαφθαρεί, είτε έχουν συμβιβαστεί, είτε έχουν ξεπεραστεί;

Στο χέρι τους είναι, και κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να αποδειχθεί αξεπέραστο. Τα καταστατικά είναι για να αλλάζουν, τα κριτήρια και οι προδιαγραφές υποψηφιότητας είναι για να αλλάζουν, το εκλογικό σώμα δεν μπορεί να κοιτάξει αδιάφορα μπροστά σε κινήσεις σαν αυτές που περιγράφω παραπάνω. Ναι, θα χρειαστεί να δουλέψουν, να μοχθήσουν, να δοκιμαστούν, αλλά το τέλος είναι δεδομένο: αυτός ο στόχος είναι πολύ περισσότερο εφικτός συγκριτικά με τους αθλητικούς στόχους που πέτυχαν, αυτές οι υπερβάσεις είναι πολύ μικρότερου μεγέθους από αυτές που πέτυχαν ως αθλητές.

Ολοι αυτοί που αναφέρω παραπάνω είναι άνθρωποι ευεργετημένοι από τα αθλήματα. Ναι, έδωσαν πάρα πολλά, αλλά είναι βέβαιο ότι κέρδισαν πολύ περισσότερα, δεδομένου ότι ακόμη και σήμερα εισπράττουν απλόχερα την αγάπη του κόσμου και την αναγνώριση. Αν αισθάνονται ότι έχουν την ηθική υποχρέωση απέναντι στη σημερινή Ελλάδα της παρακμής να βοηθήσουν το άθλημά τους και να επιστρέψουν προς το κοινωνικό σύνολο στη στιγμή της απόλυτης δοκιμασίας του από την Κρίση ένα μέρος της αγάπης που έχουν εισπράξει, η στιγμή είναι πιο επίκαιρη από ποτέ και στα δύο δημοφιλή αθλήματα. Αν δεν έχουν το όραμα, τα ηθικά κίνητρα και τα κότσια, τιμή και δόξα για όσα μας προσέφεραν αλλά κάπου εδώ η δική τους επανάσταση έχει ολοκληρωθεί. Στο εξής θα ζουν μόνο με παράπονα, σαν αυτά που κάνουμε όλοι εμείς, οι προπονητές και οι παράγοντες της εξέδρας.

Πηγή: gazzetta.gr