*Του Κώστα Γιαννακίδη

Δεν είναι εύκολο να αποτιμήσεις τη διαδρομή του Νίκου Μέρτζου με ένα και μόνο πρόσημο, με ένα και μόνο χρώμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι στη χώρα άκουσαν ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επρόκειτο να τιμήσει έναν συνεργάτη της χούντας, όμως, τελικώς, πρυτάνευσε η λογική και η απόφαση ανακλήθηκε.

Από την άλλη, οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ξέρουν, δηλαδή, ότι δεν μπορείς να περιχαρακώσεις μία προσωπικότητα σαν τον Μέρτζο μέσα στη μομφή περί συνεργασίας με τη χούντα. Ο Νίκος Μέρτζος είναι πολλά περισσότερα. Είναι ένας άνθρωπος στον οποίο οφείλεις να αναγνωρίσεις την εμβληματική του παρουσία στα πράγματα της Βορείου Ελλάδος, είτε συμφωνείς, είτε διαφωνείς μαζί του. Και για να είμαι ξεκάθαρος και σαφής από την αρχή, η ταπεινότητά μου ποτέ δεν συμφωνούσε με τα περισσότερα από αυτά που πίστευε, έγραφε ή έκανε ο Νίκος Μέρτζος. Κανένας, βέβαια, δεν μπορεί να αγνοήσει το μνημειώδες έργο που επιτέλεσε ως κοινοτάρχης του Νυμφαίου, δίνοντας πνοή σε μία περιοχή που, μέχρι τότε, ήταν ως και υποβαθμισμένη. Ομως ως πολίτης δικαιολογείσαι αν διατηρείς τις αποστάσεις σου από τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, τις εθνικιστικές αποχρώσεις στο λόγο και στην πολιτική προσέγγιση στα πράγματα.

Ομως μισό λεπτό, όσοι δεν γνωρίζουν τον άνδρα, οφείλουν να σημειώσουν δύο τρία πράγματα. Ο Μέρτζος γεννήθηκε πριν από 81 χρόνια στο Νυμφαίο. Σπούδασε νομικά και το 1955 άρχισε να δημοσιογραφεί. Συνέδεσε το όνομά του με τον «Ελληνικό Βορρά», μία εφημερίδα δεξιών, πατριωτικών θέσεων. Κατά την περίοδο της δικτατορίας, ήταν μέλος της «Συμβουλευτικής», της επιτροπής που σύστησε η χούντα προκειμένου να δημιουργήσει άλλοθι δημοκρατικότητας. Απαντά σήμερα ο Μέρτζος: «Σε τούτο με προέτρεψε ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας ο οποίος τότε αγωνιζόταν να συμβάλουμε στην ειρηνική μετάβαση της δικτατορίας στο ομαλό δημοκρατικό καθεστώς διότι μας κατείχε η αγωνία ότι διαφορετικά η επάνοδος στη Δημοκρατία θα είχε τίμημα μιαν εθνική τραγωδία». Ηταν η γνωστή άποψη του Αβέρωφ περί «γέφυρας».

Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία στο δημόσιο βίο του Μέρτζου που, περιέργως, κανένας δεν θυμήθηκε αυτές τις μέρες. Ο Μέρτζος, ως δικηγόρος, είχε υπερασπιστεί κομμουνιστές στο δικαστήριο, ενώ, όπως θυμίζει και ο ίδιος, διατηρούσε στενή φιλία με προσωπικότητες όπως ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Λεωνίδας Κύρκος. «Καλώ τους κατηγόρους μου να διασχίσουμε παράλληλα όποιον δρόμο της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας ώστε να συγκρίνουμε επί τόπου τα αισθήματα των διερχομένων πολιτών» σημειώνει στη δήλωση που έδωσε στη δημοσιότητα. Δεν έχει άδικο. Εκτός βέβαια και αν πέσει επάνω σε κανένα μέλος της τοπικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Στη χώρα όπου τα στερεότυπα έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ουσία, η διασύνδεση με τη χούντα λαμβάνει, όπως και να το κάνεις, τη θέση βαρόμετρου στη διαδρομή ενός ανθρώπου. Ομως στην περίπτωση του Μέρτζου δεν έχεις μπροστά σου έναν χωροφύλακα ή έναν ημιάγριο λοχαγό. Εχεις έναν πνευματικό άνθρωπο που, στα 43 χρόνια που μεσολάβησαν από την πτώση της δικτατορίας, επέδειξε έργο και προσφορά.

Η απόφαση για την παρασημοφόρηση του Νίκου Μέρτζου ήταν σωστή. Οχι μόνο γιατί αξιολογούσε ορθά τη διαδρομή και το βίο του ανδρός, αλλά επειδή περιείχε τα στοιχεία συναίνεσης (αν θέλετε και της μεγαθυμίας) και της δίκαιης αποτίμησης ενός έργου που έθετε ως κύρια προτεραιότητα το εθνικό καλό, ασχέτως αν δεν συμφωνούμε όλοι ως προς τη φύση του.

Η απόφαση για ανάκληση της παρασημοφόρησης είναι φαιδρή. Είναι γελοία και προσβάλλει πρωτίστως τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος ο αρχηγός του κράτους να άγεται και να φέρεται από αντιδράσεις; Υποτίθεται ότι έλαβε την απόφαση να τιμήσει τον Μέρτζο μετά από ενδελεχή έρευνα, σκέψη και γνώση των πραγμάτων. Για ποιο λόγο, λοιπόν, δεν επέμεινε, ως όφειλε, στην απόφασή του; Καθήκον του Προέδρου είναι να πράττει το ορθό, όχι το αρεστό.

Πηγή: protagon.gr