Του Δημήτρη Παπαδημούλη *

H ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι αποφάσεων, με τις παγκόσμιες οικονομικές και γεωπολιτικές ανακατατάξεις να ανατρέπονται και την περιφερειακή αστάθεια να αυξάνεται διαρκώς.

Εδώ και πολλά χρόνια, η γερμανική πολιτική ηγεσία έχει επιλέξει την ανάπτυξη και επιβολή μιας οικονομικής πολιτικής που διχάζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, δημιουργεί ισχυρές ρωγμές στην κοινωνική συνοχή, πλήττει διαρκώς τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, δεν συμβάλλει στην πολιτική ενοποίηση, τη φορολογική εναρμόνιση και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Η οικονομική πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης δημιουργεί πολύ υψηλά εμπορικά πλεονάσματα για την ίδια τη χώρα, εις βάρος πολλών από τα κράτη μέλη, που υποφέρουν από ύφεση, λιτότητα, απο-επένδυση και πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας. Η γερμανική κυβέρνηση έχει βάλει την Ευρωζώνη σε μια διαρκή κρίση, επιδιώκοντας την επιβολή της οικονομικής και πολιτικής της ηγεμονίας, εγκλωβίζοντας τις προοδευτικές πολιτικές ηγεσίες, καθώς και άλλες χώρες και οικονομίες, που επιθυμούν την αναθεώρηση του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου της Ευρωζώνης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η γερμανική κυβέρνηση συνεχίζει να καθυστερεί την εφαρμογή των δεσμεύσεών της και να προκαλεί επιπλέον εντάσεις και τεχνητά διαπραγματευτικά κωλύματα στην ελληνική πλευρά, αναφορικά με τον οδικό χάρτη ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους. Η πολιτική διαχείριση του συγκεκριμένου ζητήματος από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών κ. Σόιμπλε, όσο και η «κόντρα» με το ΔΝΤ για τον τρόπο συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, συντηρούν την ασάφεια και την αναβλητικότητα, πλήττουν τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και προσβάλλουν τη νοημοσύνη των Ελλήνων πολιτών. Ταυτόχρονα όμως, προκαλούν αρνητικές παρενέργειες και ισχυρούς τριγμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και στο γενικότερο οικονομικό και επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη.

Η γερμανική ηγεσία δεν νομιμοποιείται να τοποθετείται δημοσίως εξ’ ονόματος της Ένωσης και των 27 κρατών-μελών και μάλιστα ερήμην τους. Σε μια περίοδο μάλιστα όπου η γερμανική κυβέρνηση δεν αφουγκράζεται τις ανησυχίες της πλειοψηφίας των κρατών-μελών και των Ευρωπαίων πολιτών για την πορεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της Γερμανίας ως εκείνου του κράτους-μέλους που διαχειρίζεται την τύχη της ΕΕ και της Ευρωζώνης συνολικά, είναι όχι μόνο παραπλανητική, αλλά και επικίνδυνη για την ευρωπαϊκή συνοχή και τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ. 

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και αναφορικά με τη θέση και τον ρόλο της Ρωσίας στις διεθνείς εξελίξεις. Η ανάπτυξη επίσημων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Βρυξελλών και Μόσχας είναι απαραίτητες, καθώς με την παρούσα κατάσταση αποκλεισμού της ρωσικής ηγεσίας από τις παγκόσμιες συναντήσεις κορυφής ενισχύεται ο απομονωτισμός της χώρας, ενδυναμώνεται η προπαγάνδα, τόσο από την ευρωπαϊκή όσο και από τη ρωσική πλευρά, και γυρίζουμε σε εποχές πόλωσης που ενδυνάμωσαν τον κατακερματισμό και έθρεψαν επί δεκαετίες ένα φιλοπολεμικό κλίμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του νέου Γάλλου Προέδρου Μακρόν να συναντηθεί επίσημα με τον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν στο Παρίσι είναι μια θετική εξέλιξη, δηλωτική των προθέσεων της γαλλικής ηγεσίας στο ζήτημα των γεωπολιτικών συνεργασιών. Ανάλογη πρέπει να είναι και η ανταπόκριση από την Κομισιόν, καθώς η ΕΕ θα πρέπει να αναδεικνύει με κάθε τρόπο ότι αποτελεί πυλώνα σταθερότητας, διαλόγου και αναζήτησης των μέγιστων δυνατών ισορροπιών προς όφελος της παγκόσμιας ειρήνης και της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης.

Συνολικά, η παρούσα γερμανική ηγεσία δείχνει να αγνοεί τις διαρκείς ανησυχίες μεγάλης μερίδας των Ευρωπαίων πολιτών και των κινημάτων, καθώς και τον έντονο προβληματισμό μιας μεγάλης ομάδας πολιτικών ηγετών. Η διόγκωση των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων της ΕΕ και της Ευρωζώνης και η απουσία συνεννόησης και ειλικρινούς διαλόγου θα οδηγήσει στην πλήρη απαξίωση του ευρωπαϊκού οράματος και, μαζί με αυτό, στη σταδιακή αποσύνθεση των ευρωπαϊκών θεσμών.

Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη πρέπει να αποκλείσουν μια τέτοια εξέλιξη και να κινηθούν πιο οργανωμένα στην άσκηση πίεσης προς τη συντηρητική γερμανική κυβέρνηση, αναδεικνύοντας τη νομική, ηθική και πολιτική δέσμευση για κοινή επίλυση των προβλημάτων της Ευρωζώνης και την ανάπτυξη ισχυρών συμμαχιών στο εξωτερικό.  Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει συνεχίσουμε να δουλεύουμε όσοι πραγματικά επιθυμούμε την αλλαγή πορείας στην Ευρώπη, μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές αγκυλώσεις.

*Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επικεφαλής της ευρωομάδας ΣΥΡΙΖΑ.   

Πηγή: left.gr