Της Νίκης Λυμπεράκη

Για τον θάνατό του γράφτηκαν κι ειπώθηκαν πολλά. Ίσως περισσότερα απ’ όσα αρμόζει σε αυτές τις πρώτες ημέρες. Για τη ζωή του και την πολιτική του παρακαταθήκη άνθρωποι αρμοδιότεροι έχουν να γράψουν ακόμη αρκετά. Κι όλοι εμείς μπορούμε να περιμένουμε μ’ ενδιαφέρον και περιέργεια ν’ ακούσουμε περισσότερα απ’ όσα προ δεκαετίας είπε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στον Αλέξη Παπαχελά, σε μια αφήγηση που παραχώρησε με τον όρο να δημοσιοποιηθεί μετά τον θάνατό του.

Σε τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θέλω να σταθώ, γιατί υπάρχει και μια προέκταση στον θάνατό του, στην οποία νομίζω, μέσα μας και σιωπηρά, σταθήκαμε πολλοί. Αυτήν λοιπόν θέλω να αποτυπώσω με λέξεις εδώ, όσο μεταφυσική κι αλλόκοτη κι αν φαντάζει σε όσους δεν την ασπάζονται.

Ναι, κάθε θάνατος αναπόφευκτα λειτουργεί κι ως υπενθύμιση της θνητότητάς μας. Μόνο που στην περίπτωση της απώλειας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, κρύβεται και μια παράδοξη διάψευση.

Στο συλλογικό ασυνείδητο, ο επίτιμος ήταν ο καλύτερος της εθνικής μας ομάδας στο ματς κόντρα στον Θάνατο. Τόσα αστεία, τόσες αναφορές που όσο κυνικές και μακάβριες, άλλο τόσο τρυφερές ήταν στον πυρήνα της έμπνευσής τους.

Αστεία κι αναφορές με αφετηρία τον θαυμασμό της ανθεκτικότητας ενός ανθρώπου που δεν έπαψε να εντυπωσιάζει με την σκέψη και τον λόγο του ακόμη κι όταν στους ώμους του βρέθηκε πια να κουβαλά περισσότερα από 90 χρόνια ζωής. Ζωής πυκνής και συναρπαστικής- όπως εκείνη που είναι ευλογημένοι και καταραμένοι μαζί να ζουν όσοι δεν αρκούνται να ζουν την Ιστορία, αλλά διεκδικούν τον ρόλο του συνδιαμορφωτή της.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έφυγε και μαζί του πήρε πια την μοναδική κι απολύτως παράλογη ελπίδα αθανασίας μας.

Ποιος άλλος βρέθηκε να μας εμπνεύσει τέτοια προσδοκία; Ποιον άλλο κρίναμε ικανό να αναμετρηθεί με τον θάνατο με αξιώσεις; Ας του πιστωθεί κι αυτή η μοναδικότητα μαζί με όλες τις άλλες…

Πηγή: protagon.gr