Συνολικά δέκα άτομα συνέλβαν αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Εκβιαστών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης, εξαρθρώνοντας έτσι εγκληματική οργάνωση, που ενέχεται στην εισαγωγή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.

Πρόκειται για επτά Έλληνες και τρεις αλλοδαπούς, ηλικίας 24 έως 42 ετών, μεταξύ των οποίων και 42χρονος Έλληνας- διευθύνων την οργάνωση.

Σε βάρος των συλληφθέντων, καθώς και σε βάρος έτερου 42χρονου αλλοδαπού μέλους της οργάνωσης που αναζητείται, σχηματίσθηκε δικογραφία για τα κατά περίπτωση αδικήματα της «Εγκληματικής οργάνωσης», παράβασης Νόμου «Περί εξαρτησιογόνων ουσιών» και παράβασης Νόμου «Περί όπλων».

Όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης είχαν ενωθεί τουλάχιστον από τα μέσα Οκτωβρίου του 2016, έχοντας συγκεκριμένη ιεραρχία, δομή και δράση, με σκοπό την εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην ελληνική επικράτεια, την νόθευσή τους και την περαιτέρω διακίνησή τους.

Στο πλαίσιο οργανωμένης επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε χθες σε περιοχές του Ευόσμου, του Κορδελιού και της Βέροιας, από αστυνομικούς των παραπάνω Υπηρεσιών, με τη συνδρομή συναδέλφων τους της Ο.Π.Κ.Ε., του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας και δικυκλιστών αστυνομικών ομάδων ΔΙ.ΑΣ., εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν τα δέκα μέλη της οργάνωσης.

Στην κατοχή των συλληφθέντων, καθώς και σε έρευνες οικιών και οχημάτων τους, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα κάτωθι:

• 1 κιλό και 224,6 γραμμάρια ηρωίνης,
• 877 γραμμάρια κοκαΐνης,
• 11 ναρκωτικά δισκία,
• 6 κιλά και 688 γραμμάρια άγνωστης ουσίας,
• 1 ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας,
• Συνολικό χρηματικό ποσό 3.467 ευρώ,
• 14 κινητά τηλέφωνα, 21 πακέτα σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας και 3 κάρτες sim κινητής τηλεφωνίας,
• 1 πιστόλι,
• 40 φυσίγγια και 14 φυσίγγια κρότου,
• Μηχανισμοί και εργαλεία που χρησιμοποιούνται για τη νόθευση και τυποποίηση ναρκωτικών ουσιών.
• 2 τροχοί οχήματος, που χρησιμοποιούνταν για την απόκρυψη ναρκωτικών ουσιών.

Επιπλέον, κατασχέθηκαν τέσσερα αυτοκίνητα και μία δίκυκλη μοτοσικλέτα, ως μέσα που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της οργάνωσης για τη διευκόλυνση της παράνομης δράσης τους.