Την ιστορία της ζωής του των τελευταίων 20 ετών μοιράστηκε χθες με το κοινό, από τη σκηνή του TEDx Thessaloniki, ο travel editor, Πάνος Γεωργιάδης. Ένα κράμα από σκέψεις που ταξίδευαν ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη, κατάφεραν τελικά να τον κρατήσουν ζωντανό, να τον κάνουν να σταθεί στα πόδια του και να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Το πιο δύσκολο ταξίδι της ζωής του ξεκίνησε πριν από περίπου 20 χρόνια όταν ο γιος του, Δημήτρης, ήταν έξι μηνών. Τότε διαγνώστηκε με λυσεγκεφαλία, μια μορφή εγκεφαλικής παράλυσης. Ο κ. Γεωργιάδης παρομοιάζει τον εγκέφαλο του γιου του με το κέντρο της Θεσσαλονίκης, παραμονή Πρωτοχρονιάς, με τα φανάρια χαλασμένα και τους τροχονόμους σε απεργία, δηλαδή το απόλυτο βραχυκύκλωμα.

Σήμερα, ο Δημήτρης δεν μιλάει, δεν περπατάει και κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο. Παρά το γεγονός ότι λαμβάνει καθημερινά μεγάλες ποσότητες κατασταλτικών φαρμάκων, συνεχίζει να παθαίνει επιληπτικές κρίσεις. Ωστόσο, ο Δημήτρης κατέφερε, σε πείσμα όλων, να γίνει ένα χαρούμενο παιδί.

Από την πρώτη κιόλας διάγνωση της ασθένειας, οι γιατροί ήταν αποθαρρυντικοί, θεωρώντας πως δεν υπάρχει ελπίδα να ζήσει αυτό το παιδί. Πολλά ήταν εκείνα, που είχαν ακούσει οι γονείς του Δημήτρη εκείνη την πρώτη περίοδο, με φίλους και γνωστούς να προτείνουν λύσεις, να ξέρουν αυτοί καλύτερα την κατάσταση και να εμφανίζονται σίγουροι για το πώς πρέπει να τη διαχειριστούν. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που τους πρότειναν να πάνε το παιδί σε έναν παπά για να το «διαβάσει», αφού κατά την άποψή τους ήταν δαιμονισμένος.

Όπως εκμυστηρεύτηκε ο Πάνος Γεωργιάδης ένιωσε ότι δεν ήξερε τι ήταν αυτό, που έπρεπε να κάνει. Είχε φτάσει κυριολεκτικά στον πάτο. Ένα ταξίδι στο Άγιο Όρος τον βοήθησε να δει τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Αν και εκεί όσα άκουσε ήταν αποθαρρυντικά, «έφαγα πολλά χαστούκια», είπε ο ίδιος χαρακτηριστικά, ήταν τότε που πήρε τη σημαντικότερη απόφαση από όλες: να σταματήσει να ενδιαφέρεται για τη γνώμη του κόσμου. Αυτό είναι, μεταξύ άλλων, ένα από τα σημαντικά μηνύματα, που θέλησε να περάσει ο ομιλητής του TEDx Thessaloniki 2018. Μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα, των social media, που όλα γίνονται για το «φαίνεσθαι» και για το τι θα πουν οι άλλοι για εμάς, πρέπει να καταφέρουμε να είμαστε χαρούμενοι πρώτα από όλα για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Μετά από πολλές ώρες οδήγησης και σκέψης, ο Πάνος Γεωργιάδης κατάλαβε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο Δημήτρης, αλλά ο ίδιος. Τότε αποφάσισε να προσπαθήσει να διαχειριστεί διαφορετικά την καθημερινότητα όλης της οικογένειας, γιατί ήταν κάτι που όφειλε στον εαυτό του, αλλά και στα δύο αδέρφια του Δημήτρη. Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησαν να ταξιδεύουν όλοι μαζί, πρώτα στην Ελλάδα και μετά στο εξωτερικό. Βασικός στόχος; Να προσφέρουν στον Δημήτρη τις δύο βασικές «τροφές», αγάπη και βιώματα. Κι αυτό φαίνεται πως πέτυχε αφού ο Δημήτρης χαμογελούσε όλο και περισσότερο.

Όπως είπε, στο κοινό του TEDx Thessaloniki, η εμπειρία του μέσα από όλη αυτή την πορεία, τα τελευταία 20 χρόνια, του έδειξε ότι στην Ελλάδα το πρόβλημα της αναπηρίας δεν είναι οι υποδομές, αλλά η ίδια η αισθητική μας και η φιλοσοφία μας.

Πολλοί είναι εκείνοι, με τους οποίους διασταυρώνεται στο δρόμο και κάνουν πως δεν τους βλέπουν για να μην τους κάνουν να νιώσουν αμήχανα. «Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα», σχολίασε. «Αντί να προσποιείστε ότι δεν μας βλέπετε, προτείνετέ μας να πάμε μια βόλτα μαζί, να περπατήσουμε πλάι- πλάι», πρόσθεσε. Προέτρεψε μάλιστα τους γονείς να προτείνουν στα παιδιά να παίξουν με τον Δημήτρη, αλλά και με τον κάθε Δημήτρη και το κάθε παιδί, που αντιμετωπίζει μια αναπηρία. Μπορεί στην αρχή να σας παραπονεθούν, όπως είπε, ότι αυτό το παιδί βγάζει σάλια, ή δεν κουνιέται, αλλά την επόμενη φορά και την μεθεπόμενη θα νιώσουν κι εκείνα χαρούμενα. Κι αυτό γιατί θα νιώσουν τη χαρά του «προσφέρω».

Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν βλέπετε παιδιά σαν τον Δημήτρη, να τους χαρίζετε ένα χαμόγελο. Γιατί το «εμπόδιο» δεν είναι το παράνομα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.

Το εμπόδιο είναι η μοναξιά, τόσο του κάθε Δημήτρη όσο και του συνοδού του. Και το μήνυμά του ομιλητή του TEDx Thessaloniki είναι ηχηρό: Ο Δημήτρης με τόσα προβλήματα και τόσο πόνο, κατάφερε τελικά να γελάει. Γιατί όχι κι εσείς;