«Κατά τα πρώτα δύο τρίτα του προγράμματος του ESM, η Ελλάδα έχει αναλάβει σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες σε όλους τους τομείς πολιτικής» αλλά «οι προσπάθειες θα πρέπει να συνεχιστούν και η εφαρμογή (implementation) θα αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο του υπολοίπου έτους στο πλαίσιο του προγράμματος ESM», είναι το γενικό συμπέρασμα σημερινής Έκθεσης της Κομισιόν σχετικά με την πρώτη και τη δεύτερη επισκόπηση του τρίτου ελληνικού προγράμματος διάσωσης, που δημοσιεύθηκε στις Βρυξέλλες.

Η αναδρομική έκθεση για την Ελλάδα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ενώ οι μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες έχουν διορθωθεί (όπως το δημοσιονομικό ισοζύγιο, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών), πολλές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και των "αποθεμάτων" (όπως το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων) θα απαιτήσουν την ολοκλήρωση περαιτέρω βιώσιμων προσπαθειών, τόσο κατά τη διάρκεια του υπολοίπου προγράμματος όσο και πέραν αυτού».

Από την άποψη αυτή, η Κομισιόν τονίζει ότι οι πολιτικές στο πλαίσιο του προγράμματος θα πρέπει να ενταχθούν σε μια υγιή μεσοπρόθεσμη στρατηγική για την ανάπτυξη και τη μεταρρύθμιση.

«Η συνέχιση της εφαρμογής των πολιτικών προϋποθέσεων επιτόπου, με πλήρη δέσμευση και υπευθυνότητα σε όλα τα τμήματα της διοίκησης, θα παραμείνει καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος», επαναλαμβάνει η Κομισιόν, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα πρέπει να στηριχθεί στις προσπάθειες που έχουν αναληφθεί μέχρι στιγμής για να εδραιωθεί η πλήρης αξιοπιστία της πολιτικής, να στηριχθεί η εμπιστοσύνη και να προωθηθεί ένα θετικό επενδυτικό κλίμα προς τα εμπρός».

«Αυτό θα είναι κρίσιμο για να ξαναβρεθεί η οικονομία και να βγει από την ανάγκη οικονομικής βοήθειας μετά από οκτώ χρόνια, θέτοντας τη βάση για την επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και την πρόσβαση στις αγορές», ανέφερε η έκθεση της ΕΕ.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, αυτή η ανακεφαλαιωτική έκθεση αξιολογεί τον βαθμό προόδου δύο έτη μετά το πρόγραμμα και παρέχει λεπτομερή επισκόπηση των μέτρων που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα σε κάθε πυλώνα του προγράμματος του ESM.

Η Koμισιόν υπενθυμίζει ότι «πριν από την υπογραφή του προγράμματος του ESM, ζητήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει σειρά φιλόδοξων προγενέστερων ενεργειών τον Ιούλιο του 2015».

Από την έναρξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2015, «έχουν ολοκληρωθεί δύο αξιολογήσεις και έχουν επιβεβαιωθεί τρία πρόσθετα σύνολα ενδιάμεσων δράσεων παρακολούθησης (λεγόμενα "ορόσημα ") - δύο ομάδες που οδήγησαν στην πρώτη αναθεώρηση (το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο 2015) και ένα σύνολο ορόσημων μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης επανεξέτασης (τον Οκτώβριο του 2016)».

Η πρώτη αναθεώρηση του προγράμματος του ESM διεξήχθη μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2016 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2016. Η δεύτερη διεξήχθη μεταξύ Οκτωβρίου 2016 και Μαΐου 2017 και ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2017.

«Η ανάλυση που περιλαμβάνεται στην παρούσα έκθεση αντικατοπτρίζει την κατάσταση μέχρι και την ημερομηνία αυτή», δηλώνει η Κομισιόν και συμπληρώνει ότι το ΔΣ του ΔΝΤ συμφώνησε επί της αρχής σε μια προληπτική ρύθμιση standby, βασιζόμενη σε κοινές προϋποθέσεις .

Όσον αφορά στο ζήτημα του ελληνικού χρέους, η Κομισιόν υπενθυμίζει ότι τον Μάιο του 2016 η Ευρωομάδα συμφώνησε σε μια δέσμη μέτρων για το χρέος που πρέπει να εφαρμοστεί σταδιακά, όσο χρειάζεται και υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι όροι του προγράμματος.

Όπως περιγράφεται, «μετά την πλήρη ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης και μετά τις αποφάσεις των οργάνων διοίκησης του ESM τον Ιανουάριο του 2017, ο ESM άρχισε να εφαρμόζει ένα σύνολο συμφωνηθέντων μέτρων βραχυπρόθεσμης αναδιάρθρωσης χρέους».

«Με την επιτυχή ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η Ευρωομάδα τον Ιούνιο του 2017 έδωσε περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τα μέτρα μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα που θα εφαρμοστούν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος», αναφέρει η έκθεση.

Όσον αφορά στα συνολικά δημοσιονομικά αποτελέσματα, το προσωπικό της DGECFIN, που υπογράφει την έκθεση, αναφέρει ότι «με την υποστήριξη του προγράμματος ESM, η ελληνική οικονομία απέδειξε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Το πραγματικό ΑΕΠ άρχισε να ανακάμπτει σε τριμηνιαία βάση στα μέσα του 2016 ".

Ωστόσο, «η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόοδο των αναθεωρήσεων του προγράμματος στήριξης της σταθερότητας του ΕSM».

Οι συνθήκες της αγοράς εργασίας βελτιώνονται, η απασχόληση αυξήθηκε κατά το 11% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, ενώ η ανεργία μειώθηκε σε 21% τον Ιούλιο του 2017, αλλά αν και το ποσοστό ανεργίας μειώνεται, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό (ιδίως η ανεργία των νέων).

Ακόμα και έτσι, όπως τονίζεται, βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της πενταετίας.

Σύμφωνα με την έκθεση, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιταχυνθεί το 2017 και η ανάπτυξη αναμένεται να φτάσει το 2,5% το 2018.

«Η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις αναμένεται να αποτελέσουν τους κύριους μοχλούς ανάπτυξης το 2017-2018. Η συνεισφορά των καθαρών εξαγωγών αναμένεται να είναι θετική επίσης, με βάση την αυξημένη ζήτηση του ελληνικού τουριστικού τομέα», αναφέρει.

Ωστόσο, αποσαφηνίζει ότι η ανάκαμψη εξακολουθεί να υπόκειται σε κινδύνους περιορισμού, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματος, όπως αποδεικνύεται από τις αρνητικές επιπτώσεις των καθυστερήσεων στη δεύτερη αξιολόγηση, και την απώλεια εμπιστοσύνης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017.

Εν συντομία, η έκθεση αναφέρει ότι η Ελλάδα έχει, μέχρι σήμερα στο πρόγραμμα ESM νομοθετήσει τα παραμετρικά μέτρα που προβλέπεται να αποδώσουν 4,5% του ΑΕΠ έως το 2018.

Υποστηριζόμενο από αυτά τα μέτρα και τις ευνοϊκές μακροοικονομικές εξελίξεις, η Ελλάδα υπερέβη το δημοσιονομικό της στόχο κατά περισσότερο από 3% του ΑΕΠ το 2016.

Λαμβάνοντας υπόψη την εισαγωγή του προγράμματος Εισοδήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης (SSI), η βασική δημοσιονομική προβολή των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλό δρόμο για να επιτύχει το στόχο της για το πρωτογενή πλεόνασμα με 1,75% του ΑΕΠ το 2017.

Υπενθυμίζει δε τα μέτρα που έλαβε για να καλύψει δε, το προβλεπόμενο δημοσιονομικό χάσμα 0,3% το 2018, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ.

«Ωστόσο», επισημαίνεται, «η φορολογική βάση υπόκειται σε σημαντική αβεβαιότητα».

Οι συντάκτες της έκθεσης διευκρινίζουν ότι η πρόβλεψη δεν περιλαμβάνει αποδόσεις από τον μεγάλο αριθμό διοικητικών και διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων στο Συμπληρωματικό Μνημόνιο Συμφωνίας - το έγγραφο που επικαιροποιεί το μνημόνιο συμφωνίας μετά την ολοκλήρωση της επανεξέτασης - ιδίως εκείνα που αποσκοπούν στη βελτίωση της διαχείρισης των εσόδων. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να προσδώσουν κάποια ανοδική δυναμική.

Οι καθοδικοί κίνδυνοι σχετίζονται ιδίως με το «μακροοικονομικό περιβάλλον καθώς και με πιθανές αποκλίσεις όσον αφορά τις αποδόσεις των μέτρων που έχουν ήδη θεσπιστεί στο πλαίσιο του προγράμματος, αλλά πρόκειται ακόμη να εφαρμοστούν το 2017-18».

Τα ληξιπρόθεσμα στο εσωτερικό

Η έκθεση υπενθυμίζει επίσης ότι το πρόγραμμα εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών ενισχύθηκε τον Ιούνιο του 2016 χρησιμοποιώντας κεφάλαια που εκταμιεύθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης.

Η εφαρμογή του μείωσε το απόθεμα καθυστερούμενων οφειλών από 9,7 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούνιο του 2016 σε 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιούλιο του 2017, ήτοι μια καθαρή μείωση κατά 3,2 δισεκατομμύρια ευρώ και έχει υπάρξει μηνιαία αναφορά της προόδου, σημειώνεται.

Αυτό ήταν εφικτό χάρη στις εκταμιεύσεις στην πρώτη αναθεώρηση (3,5 δισ. Ευρώ) και στη δεύτερη αναθεώρηση (1,6 δισ. Ευρώ) που προορίζονταν ειδικά για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

«Παρά την πρόοδο στην εκκαθάριση των καθαρών καθυστερήσεων, θα απαιτηθούν περαιτέρω προσπάθειες για την εκκαθάριση του εναπομείναντος αποθέματος καθυστερούμενων οφειλών και την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων που οδηγούν στη συσσώρευση νέων καθυστερούμενων οφειλών», προειδοποιεί η Κομισιόν.

Το τραπεζικό σύστημα

Σύμφωνα με την έκθεση, χάρη σε μια επιτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση στα τέλη του 2015, μόνο πέντε μήνες μετά την έναρξη του προγράμματος, «οι ελληνικές τράπεζες είναι τώρα καλά κεφαλαιοποιημένες, με μέσο δείκτη “Core Equity Tier” 1 17% (άνω του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ 14.5 %) στο τέλος του 2016».

Καταβάλλονται σημαντικές προσπάθειες για τη δημιουργία ενός πλαισίου για την επίλυση σημαντικών μη λειτουργικών ανοιγμάτων (NPEs), τα οποία «μπορούν να λειτουργήσουν ως αποστράγγιση της οικονομίας και να παρεμποδίσουν τα κανάλια πίστωσης».

Ο λόγος NPE των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών «παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο 45% από το τέλος του 2016, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε στην επίλυση του NPLs (non performing loans, μη εξυπηρετούμενα δάνεια) κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2016».

Αυτό ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με τους συμφωνημένους στόχους, οι οποίοι θα πρέπει να μειώσουν τα NPLs από περίπου 100 δισ. ευρώ σε λίγο πάνω από 60 δισ. ευρώ από τα τέλη του 2016 έως τα τέλη του 2019.

Επιπλέον, απαιτούνται αποφασιστικές προσπάθειες για την εκπλήρωση των στόχων NPLs για το 2017 και τα επόμενα χρόνια, αναφέρει η Κομισιόν και παρέχει μια επισκόπηση των ήδη νομοθετημένων μέτρων.

«Η σωστή και έγκαιρη εφαρμογή αυτών των μέτρων σε συνεχή βάση θα είναι καθοριστικής σημασίας για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητάς τους για την επίλυση των ΝPLs και θα αποτελέσει βασική προτεραιότητα για την τρίτη αξιολόγηση», προειδοποιεί η ΕΕ.

Η επιστροφή στις αγορές

Σύμφωνα με την έκθεση, από την αρχή του προγράμματος ESM, οι συνθήκες της χρηματοπιστωτικής αγοράς έχουν βελτιωθεί σημαντικά, αν και παραμένουν πολλά τρωτά σημεία.

Οι διακυμάνσεις των κρατικών μακροπρόθεσμων ομολόγων υποχώρησαν «από την κορυφή των 1.800 μονάδων βάσης σε περίπου 450 μονάδες βάσης».

Η Ελλάδα «επανήλθε με επιτυχία στην αγορά ομολόγων με έκδοση τον Ιούλιο του 2017, υποστηριζόμενη από την ολοκλήρωση της δεύτερης αναθεώρησης και εν μέσω θετικών αξιολογήσεων αξιολόγησης».

Επιπλέον, «οι τιμές των μετοχών αυξήθηκαν συνολικά κατά 50% περίπου, αν και με διαφοροποίηση μεταξύ τομέων».

Ενώ το κλίμα των χρηματιστηριακών αγορών έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά το χρονικό ορίζοντα του προγράμματος, η εμπιστοσύνη των επενδυτών εξακολουθεί να εξαρτάται από τη συνέχιση της ομαλής υλοποίησης του προγράμματος, προειδοποιεί η ΕΚ.

Η αγορά εργασίας

Η έκθεση υπενθυμίζει και υποδεικνύει τις μείζονες αλλαγές που έγιναν στους θεσμούς της ελληνικής αγοράς εργασίας και τα συστήματα διαπραγμάτευσης των μισθών μεταξύ 2010 και 2014, τα οποία την έφεραν πιο κοντά στις βέλτιστες πρακτικές και τις ανάγκες μιας σύγχρονης οικονομίας.

Η Κομισιόν όμως υπενθυμίζει ότι πλέον και «για το σκοπό αυτό, έχει συμφωνηθεί μια νέα δέσμη μεταρρυθμίσεων για την αγορά εργασίας», η οποία περιλαμβάνει τα εξής:

  • να διατηρηθεί το ισχύον πλαίσιο συλλογικής διαπραγμάτευσης (αναστολή των αρχών επέκτασης και ευνοϊκότητας) μέχρι το τέλος του προγράμματος,
  • να ευθυγραμμιστεί το πλαίσιο συλλογικών απόλυσης με την κοινή ευρωπαϊκή πρακτική και
  • να ληφθούν μέτρα για την ενίσχυση των δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται με τη βιομηχανική δράση καθώς και για τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας των συνδικάτων.

Διοικητικές μεταρρυθμίσεις

Τέλος, η έκθεση απαριθμεί την εκτεταμένη σειρά διοικητικών μεταρρυθμίσεων που επιτρέπουν την ουσιαστική κλιμάκωση της δημόσιας διοίκησης.

«Η Ελλάδα εφαρμόζει σήμερα βασικές μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ποιότητας της και τη διασφάλιση ότι το ελληνικό κράτος είναι εξοπλισμένο με μια σύγχρονη διοίκηση που λειτουργεί σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα», σημειώνεται.

«Έπειτα από μια ταχεία και μη βιώσιμη επέκταση κατά τη δεκαετία που οδήγησε στην κρίση, ο αριθμός των εργαζομένων στον βασικό δημόσιο τομέα μειώθηκε μεταξύ του 2009 και του 2015 (-26%), γεγονός που συνέβαλε σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του μισθού (- 31%). Οι αλλαγές κατέστησαν το προσωπικό και τα επίπεδα των μισθών στον ελληνικό δημόσιο τομέα να ευθυγραμμιστούν με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ», λέει η ΕΚ.

Στην έκθεση αναφέρονται όλες οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν στον τομέα της είσπραξης των φόρων, του δικαστικού συστήματος και των σχεδίων ιδιωτικοποίησης.

Βασικό μέρος της δέσμης διαρθρωτικών πολιτικών στο πλαίσιο του προγράμματος είναι η μεταρρύθμιση των αγορών προϊόντων, όπου η Ελλάδα υστερεί και απέχει πολύ από τα standards, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τη διακυβέρνηση.

Οι μεταρρυθμίσεις στις ελληνικές αγορές ενέργειας προχωρούν και αναμένεται να οδηγήσουν σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό, λιγότερες στρεβλώσεις και αύξηση των επενδύσεων, προσφέροντας οφέλη σε όλους τους καταναλωτές.

Δημιουργήθηκε, δε, ένα νέο ανεξάρτητο ταμείο ιδιωτικοποίησης και επενδύσεων (HCAP) για τη διαχείριση πολύτιμων ελληνικών περιουσιακών στοιχείων και τη μεγιστοποίηση της αξίας τους, προκειμένου να συμβάλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στη μείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Οι ιδιωτικοποιήσεις μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της οικονομίας προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και συμβάλλει στη μείωση του δημόσιου χρέους, αναφέρει η Κομισιόν.

Ρεπορτάζ: Θάνος Αθανασίου, Real.gr