H πρόοδος της Ελλάδας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που χρειάζεται για να σταθεί η Ελλάδα με επιτυχία στην Ευρωζώνη, αλλά το πρόγραμμα προβλέπει κάποια εντατικοποίηση των προσπαθειών, αναφέρει το ΔΝΤ στην έκθεση που συνοδεύει την κατ’ αρχήν έγκριση του ελληνικού προγράμματος (έως το τέλος Αυγούστου 2018) τα ξημερώματα της Παρασκευής.

«Με δεδομένη την περιορισμένη πολιτική και λαϊκή στήριξη σε μία πιο φιλόδοξη προσπάθεια απελευθέρωσης της οικονομίας, το πρόγραμμα εστιάζει σε μικρά βήματα για το περαιτέρω άνοιγμα των αγορών προϊόντων, διατηρώντας παράλληλα τις υφιστάμενες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος. Εάν οι προσπάθειες αυτές συνεχισθούν και είναι επιτυχείς, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη δημιουργία δυναμικής και τη στήριξη των ευρύτερων μεταρρυθμίσεων που θα χρειασθούν για την ευημερία εντός της Ευρωζώνης», σημειώνεται στην έκθεση.

Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας διασφαλίσθηκε κατά τη διάρκεια του προγράμματος, «αλλά υπόκειται σε κινδύνους στη συνέχεια», αναφέρει το ΔΝΤ, προσθέτοντας: «Ενώ οι Αρχές νομοθέτησαν (ως προαπαιτούμενο) τη διατήρηση των μεταρρυθμίσεων του 2011 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα αναστραφούν αμέσως μετά το πρόγραμμα. Αυτή η επικείμενη μεταρρύθμιση θα περιορίσει την ευελιξία του καθορισμού των μισθών στο επίπεδο των επιχειρήσεων, θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα και θα καθυστερήσει την απόλυτα αναγκαία βελτίωση όσον αφορά τις επενδύσεις και την απασχόληση. Θα αποτελεί, συνεπώς, ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω στην πορεία για μία βιώσιμη, δίκαιη ανάπτυξη».

Για το θέμα των απολύσεων, η έκθεση σημειώνει ότι προβλέπεται η αντικατάσταση της διαδικασίας έγκρισης για τις ομαδικές απολύσεις από μία απλοποιημένη διαδικασία χωρίς προηγούμενη έγκριση (πρόκειται για προαπαιτούμενο).