Την πρόθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για καταρχήν συμφωνία με την Ελλάδα χωρίς όμως να συμμετάσχει χρηματοδοτικά, εξέφρασε πριν λίγο ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, Τζέρι Ράις.

Όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ δήλωσε πως « το Ταμείο θεωρεί ότι η καταρχήν συμφωνία αποτελεί τη δεύτερη καλύτερη επιλογή, καθώς στόχος παραμένει η επίτευξη μίας συνολικής συμφωνίας η οποία θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση της χώρας από το Ταμείο». Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται εκτός από τη νομοθέτηση των μεταρρυθμίσεων η αποσαφήνιση των μέτρων για το χρέος.

Για τον λόγο αυτό οι συζητήσεις συνεχίζονται και όπως παραδέχθηκε έχει σημειωθεί πρόοδος. Όμως με δεδομένες τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος τον Ιούλιο και προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιθύμητες καταστάσεις -όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν- το ΔΝΤ εμφανίζεται έτοιμο να προχωρήσει με μία "καταρχήν συμφωνία" όπως είχε συμβεί και με άλλες χώρες στη δεκαετία του 1980.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Ράις η λύση αυτή «διασφαλίζει την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην Ελλάδα, επομένως αξίζει στον ελληνικό λαό και στις θυσίες που έχει υποστεί». Κατά δεύτερο λόγο η λύση αυτή λειτουργεί ως καταλύτης για να επέλθει η συνολική συμφωνία η οποία προϋποθέτει την ελάφρυνση του χρέους. Τρίτον με τη λύση αυτή αποφεύγονται έκρυθμες καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να επαναληφθούν τον Ιούλιο με δεδομένο τις υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες που αντιμετωπίζει η χώρα.

Με την καταρχήν συμφωνία, όπως εξήγησε ο κ. Ράις μπορεί ν΄ανοίξει ο δρόμος για την καταβολή της δόσης από τους Ευρωπαίους δανειστές. Ωστόσο προκειμένου το Ταμείο να συμμετάσχει χρηματοδοτικά είναι απαραίτητο όπως επανέλαβε ο ίδιος, να προηγηθεί η συμφωνία ελάφρυνσης του χρέους. Μόνο τότε το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου μπορεί να εγκρίνει τη χρηματοδοτική συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.

Ο ίδιος εξέφρασε την ελπίδα να υπάρχει μία τέτοια συμφωνία μέχρι το επόμενο Eurogroup που θα πραγματοποιηθεί στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουνίου, στο οποίο μάλιστα θα παραστεί σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, και η γενική διευθύντρια του Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ.