Η ουγγαρέζα σκηνοθέτιδα Ίλντικο Ενιέντι, η τελευταία ταινία της οποίας "Η ψυχή και το σώμα" άνοιξε την αυλαία του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου σήμερα, στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Η φετινή διοργάνωση πραγματοποιεί αφιέρωμα στο έργο της βραβευμένης δημιουργού.

Αρχικά, τον λόγο πήρε ο διευθυντής του Φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης, ο οποίος καλωσόρισε θερμά την σκηνοθέτιδα και την ευχαρίστησε για την παρουσία της στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος τόνισε χαρακτηριστικά το πόσο γοητεύτηκαν τόσο ο ίδιος όσο και ο υπεύθυνος προγράμματος του φεστιβάλ Γιώργος Κρασακόπουλος, ο οποίος και συντόνισε τη συνέντευξη, από την ταινία "Η ψυχή και το σώμα", όταν την παρακολούθησαν στη φετινή Μπερλινάλε, όπου τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο Καλύτερης Ταινίας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισαν από κοινού πως η συγκεκριμένη ταινία ήταν η πλέον κατάλληλη για να ανοίξει το φετινό Φεστιβάλ, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν να σχεδιάζουν άμεσα την πραγματοποίηση ενός αφιερώματος στο συνολικό έργο της Ενιέντι. Ο κ. Ανδρεαδάκης επισήμανε πως η ταινία ταιριάζει απόλυτα με το ύφος και το πνεύμα του Φεστιβάλ, ενώ σημείωσε επίσης ότι η ταινία θα βγει στις αίθουσες στις 14 Δεκεμβρίου 2017 από τη Strada Films.

Παίρνοντας το λόγο, η Ίλντικο Ενιέντι σχολίασε το γεγονός της μεγάλης της επιστροφής στα κινηματογραφικά δρώμενα, μετά από 17 χρόνια απουσίας, διάστημα κατά το οποίο είχε εργαστεί στην ουγγρική τηλεόραση, καθώς και σε διάφορα άλλα καλλιτεχνικά πρότζεκτ, εκτός όμως της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η ίδια συνέκρινε αρχικά την απουσία της από το σινεμά με τον παροπλισμό που νιώθει ένας ανθρακωρύχος ή ένας εργάτης, όταν κλείνει το ορυχείο ή το εργοστάσιο όπου εργαζόταν και βιώνει μία αίσθηση απόλυτης αδράνειας. Όταν, όμως, όπως είπε, μπήκε στη διαδικασία των γυρισμάτων και κλήθηκε ξαφνικά να λαμβάνει 30-40 αποφάσεις σε καθημερινή βάση για διάφορα ζητήματα, η προσήλωση στο νέο πρότζεκτ ήταν απόλυτη και η 17ετής απουσία από τα πλατό έμοιαζε μακρινό παρελθόν.

Στη συνέχεια, μιλώντας για το πώς κατέληξε στο βασικό σεναριακό εύρημα της ταινίας "Η ψυχή και το σώμα", η Ενιέντι διευκρίνισε πως η αρχική σπίθα έμπνευσης προέκυψε πριν από δέκα χρόνια, λέγοντας ότι η κεντρική ιδέα πίσω από την ιστορία της ταινίας έγκειται στις επιπτώσεις που ασκεί ο ερχομός της άνοιξης στην ανθρώπινη ψυχολογία. «Η άνοιξη, συμβολίζοντας την άνθιση και αποπνέοντας μία αίσθηση νέας αρχής, δημιουργεί αισθήματα προσμονής και ευφορίας, τα οποία πολύ συχνά δυσκολευόμαστε να εξωτερικεύσουμε και να μοιραστούμε. Η ψυχή και το σώμα είναι μία ταινία για εκείνη την καλά κρυμμένη περιοχή μέσα μας, στην οποία φωλιάζουν οι προσδοκίες και τα όνειρά μας», είπε η σκηνοθέτιδα.

Ακολούθως, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας της, η Ενιέντι διευκρίνισε πως προσπάθησε να τους σκιαγραφήσει μέσα από μικρά σημάδια και μικρές υπόνοιες, χωρίς να καταφύγει στην αναλυτική παράθεση λεπτομερειών. «Ήθελα διακαώς το φιλμ να αποτυπώσει τους χαρακτήρες θραυσματικά και συνειρμικά, παραλληλίζοντας αυτό το σκεπτικό με την αληθινή ζωή. Όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται για πρώτη φορά, ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλον αποσπασματικά και ελλειπτικά, και όχι σε πλήρη έκταση», τόνισε σχετικά.

Το ζήτημα που τέθηκε αμέσως μετά σχετιζόταν με τον ρόλο της φύσης σε ολόκληρη τη φιλμογραφία της Ενιέντι, όπου πολλά ζώα, αλλά και φυτά αποκτούν εξανθρωπισμένες ιδιότητες και παίζουν καίριο ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Η Ενιέντι δήλωσε πως ήθελε στην τελευταία της ταινία να συμπεριλάβει στοιχεία της χλωρίδας και της πανίδας, αλλά όχι με ένα ξεκάθαρα και εμφατικά ονειρώδη αλληγορικό τρόπο. Ήθελε να απεικονίσει τα ζώα στις αληθινές τους διαστάσεις, πχ να φοβούνται για το κρύο και τους θηρευτές, να ανησυχούν για την εύρεση τροφής, και όχι με ένα τρόπο υπερβατικό και εξιδανικευμένο. Εν προκειμένω, οι χαρακτήρες της ταινίας, καταφεύγοντας στο όνειρο και στη φύση, αποδρούν από μία στείρα πραγματικότητα, η οποία τους απομακρύνει αυτό που κανονικά η ζωή οφείλει να προσφέρει. Η ίδια τόνισε σχετικά: «Στα όνειρα είναι πρακτικά αδύνατον να ορθώσουμε τείχη πολιτικής ορθότητας, καθώς παύουμε να σκεφτόμαστε συνειδητά και βιώνουμε τα συναισθήματά μας στην ολότητά τους. Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο, η νύχτα και τα όνειρα δρουν ως ασυναίσθητο καταφύγιο που αναζητούμε για να απελευθερωθούμε».

Επιπλέον, η Ενιέντι επισήμανε ότι επιθυμούσε μία επιστροφή χαμηλών τόνων στο σινεμά, χωρίς φανφάρες και μεγαλόστομους συμβολισμούς. Περίπου σαν να τρυπώνει, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, από την πίσω πόρτα και όχι να εφορμά από την κεντρική είσοδο, επιδεικνύοντας μεν στιβαρή εκφραστικότητα, αλλά χωρίς η φόρμα να υπερισχύει του περιεχομένου. Σχολιάζοντας αυτό το τελευταίο, ο Γιώργος Κρασσακόπουλος είπε πως η επιστροφή της, η οποία σημαδεύτηκε από την ύψιστη διάκριση στην Μπερλινάλε, όχι μόνο δεν τρύπωσε από την πίσω πόρτα, αλλά μάλλον γκρέμισε την κεντρική είσοδο. Η Ενιέντι, αφότου χαμογέλασε σεμνά σε αυτή τη φιλοφρόνηση, δήλωσε πως η μέχρι τώρα σταδιοδρομία της, η οποία χαρακτηρίζεται από αμέτρητα σκαμπανεβάσματα, της έμαθε να είναι ταπεινή και ευγνώμων για το ότι έχει βρεθεί σε ένα τόσο όμορφο χώρο όπως το σινεμά. Σχολιάζοντας τις διακρίσεις που έχει λάβει η ταινία της, διευκρίνισε πως τα βραβεία προφανώς και συνιστούν μία αναγνώριση και μία τονωτική ένεση για την επίπονη προσπάθεια που κατέβαλαν όλοι οι συντελεστές της ταινίας, χωρίς όμως να αποτελούν αυτοσκοπό. Το μεγαλύτερο, πάντως, κέρδος για την σκηνοθέτιδα είναι η γενναιοδωρία του απλού κοινού, την οποία εισπράττει αφειδώς. «Άλλωστε, η θέαση της συγκεκριμένης ταινίας απαιτεί εκ των πραγμάτων και εξαρχής μια κατάθεση γενναιοδωρίας εκ μέρους του θεατή», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, η σκηνοθέτιδα απάντησε σε ερωτήσεις του κοινού. Αρχικά, ρωτήθηκε για το αν η Επικούρεια Φιλοσοφία έχει ασκήσει επιρροή στο έργο της, ειδικότερα ως προς το σκέλος του οργανικού ρόλου που επιτελούν η φύση, τα φυτά και τα ζώα στην πλοκή των ταινιών της. Η σκηνοθέτιδα απάντησε πως είναι εξαιρετικά πολύπλοκος ο τρόπος με τον οποίο εντάσσονται όλες οι επιρροές στο έργο της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και όχι μόνο ο Επίκουρος. Η ίδια είπε ότι η μεγαλύτερη συνεισφορά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού έγκειται στο γεγονός πως οι επιφανείς του εκπρόσωποι είχαν την πολυτέλεια, αλλά και τη σοφία, να διατυπώσουν με εξαιρετικά συμπαγή και απτό τρόπο ζητήματα τα οποία δεν άπτονται της χειροπιαστής πτυχής της ζωής. Αυτή ακριβώς η πολύπλοκη διεργασία, σύμφωνα με την Ενιέντι, αποτελεί έναν από τους μηχανισμούς που μας βοηθούν, ακόμη και σήμερα, να πραγματοποιήσουμε βήματα προς τα εμπρός και να εξελισσόμαστε.

Μιλώντας για τα προσεχή της σχέδια, η Ενιέντι δήλωσε πως έχει δύο νέες ταινίες στα σκαριά. Η πρώτη θα έχει στο επίκεντρό της τον αδέξιο και ατελή τρόπο με τον οποίο πασχίζουμε να ζήσουμε τη ζωή μας, το πώς επιδεικνύουμε αμηχανία και αναποφασιστικότητα όταν καλούμαστε να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις σε μεγάλα διλήμματα. Θα είναι, μάλιστα, η πρώτη φορά που θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα, καθώς η ταινία θα βασίζεται στο βιβλίο The Story of My Wife, του Ούγγρου συγγραφέα, δραματουργού και ποιητή Milán Füst. Το δεύτερο πρότζεκτ που έχει κατά νου βρίσκεται και πάλι σε άμεση γειτνίαση με τη φύση, καθώς ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένα δέντρο, γεγονός που καθιστά τρομερή πρόκληση τη συγγραφή ενός σεναρίου.

Κλείνοντας, απαντώντας σε ερώτηση του συντονιστή, η Ενιέντι μίλησε για το γεγονός ότι ο Ντέιβιντ Μπόουι είχε διατελέσει executive producer στην ταινία της Μαγικός κυνηγός (1994). Η Ενιέντι δήλωσε πως ο Μπόουι είχε γοητευτεί από το ντεμπούτο της Ο εικοστός αιώνας μου (1989), ζητώντας της μάλιστα αρχικά να πρωταγωνιστήσει στη δεύτερη ταινία της, προτού καταλήξει να συμμετέχει στην παραγωγή της. Παράλληλα, ο Μπόουι της είχε προτείνει να συνεργαστεί μαζί του αναλαμβάνοντας την καλλιτεχνική επιμέλεια ενός σόου που θα πραγματοποιούσε στην Ινδία, αλλά εκείνη είχε και πάλι αρνηθεί, καθώς εκείνη την εποχή ήταν οκτώ μηνών έγκυος στον δεύτερο γιο της. Η Ενιέντι, προτού εισπράξει ένα ζεστό χειροκρότημα από όλους τους παρευρισκόμενους στη συνέντευξη Τύπου, εξέφρασε τις θερμές ευχαριστίες της προς όλη την ομάδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το αφιέρωμα στο έργο της, καθώς, όπως επισήμανε, έχει πλήρη συναίσθηση ότι χρειάστηκαν ηρωικές προσπάθειες προκειμένου να ξεπεραστούν οι πάμπολλες τεχνικές δυσκολίες στη συγκέντρωση και αξιοποίηση του παλαιότερου υλικού της φιλμογραφίας της.